μίλα μου

μίλα μου. αυτό έχω ανάγκη.
να σε ακούω. να τρέχει σαν παιδί η αύρα σου εντός μου.
να γίνονται οι λέξεις σου σκέπασμα και ζεστός καφές
μια ηδονή που συμπληρώνει κάποιο τοπίο κινηματογραφικό
σαν εκείνα που ονειρευόμαστε πως τους περισσεύει μια σπιθαμή να πατήσουμε

μίλα μου. όχι με λόγια.
κάπου, κάποια, κάποτε κάτι ίδιο θα μου χε πει
κι ίσως στάλες αγνότητος χαθούν σα μου μιλάς.
όμως μίλα μου
με τα ποίηματα μου, τα χειρόγραφα μου
τις ιδέες μου που έρχονται και μένουν
μα κι εκείνες που περαστικές τις σελίδες μου προσπερνούν
μίλα μου. με τα καλύτερα κομμάτια του εαυτού μου

μίλα μου. με τη σιωπή σου. με την αναπνοή σου
με τους αναστεναγμούς σου.
μίλα μου με αγγίγματα ασυναίσθητα
με τον ύπνο που μας παίρνει καθώς με χαιδεύεις
με το βίαιο ξύπνημα για τη δουλειά.
ακόμη, ναι, και μ' αυτό

με εκπλήξεις που θα φέρουν τα πάνω κάτω
με αγκαλιές ιδρωμένες μετά τη βάρδια
με ένα ποτήρι κρασί κι ενώ μου έχεις πει να μην πίνω
με ένα πιάτο φαί που κι οι δυο απ' αυτό θα φάμε
μίλα μου όμως

διέκοψε με για να σ' ακούω
σταμάτα μια για πάντα τους συνειρμούς μου τους ασύνδετους
μίλα μου με φιλιά, γέλιο, πάθος, δίψα, πόνο, κλάμα, αίμα, σαρκικά υγρά
πράξεις, αποδείξεις, όνειρα με σάρκα κι οστά
κι όχι με λόγια, υποσχέσεις, θα, ή άλλες μεγαλεπήβολες σκουριασμένες ουτοπίες

παρέσυρε με στα πιο δύσβατα καλντερίμια των επιθυμιών σου
εκεί που δεν πήγες ποτέ με κανέναν
εκεί που δεν πήγες ποτέ γιατί ήσουν μόνη
και τελικά δεν έχεις πάει ακόμη
κι ας ήταν τα δικά σου χέρια που πέτρα πέτρα τα στρώσανε
άρπαξε με απ' τον καρπό. τράβα με. μίλα μου.

άσε με ξωπίσω σου να τρέχω. να ακούς τον τρόμο μου για το αύριο
γιατί το σήμερα διπλα σου είναι πολύτιμο
και τα τραύματα μου, τα στραβοπατήματα μου
και τα πιο μεγάλα μου ατοπήματα
να μην τα στήσεις σε μια γωνιά και τα δικάσεις
όπως όλοι οι άλλοι εύκολα θα έκαναν και έκαναν
μα να τα γιατρέψεις. να τους μιλήσεις.
με τραγούδια, νότες, νανουρίσματα, παραμύθια και χνώτα ζεστά
κι αυτά θα γιάνουν, θα το δεις

πάρε με στην άκρη του κόσμου σου
βάλε με στη θέση μου.
στη θέση εκείνη που πεισματικά ισχυρίζεσαι πως δικαιούμαι. πως μου αξίζει
εγώ δεν τα καταφέρνω. εγώ δε μίλαω. εγώ γράφω.
όμως εσύ, που γεννήθηκες για να ανασταίνεις κάτι ερείπια σαν και του λόγου μου
όμως εσύ, που λευκαίνεις τις νύχτες μου
όμως εσύ, που κρατάς το μολύβι μου
που μ' αυτό θα καταγράψω τις πιο γαλάζιες μέρες ενός άσημου βίου κι ασήμαντου
σαν του δικού μου

στάσου ένα λεπτό, βγάλε τα γυαλιά σου
κράτα με στα χέρια σου που επουλώνουν και την πιο βαθιά μαστιγιά
κρύψε με στο στήθος σου που άδειο στέκει
μιας κι ο κόσμος γύρω σου, τόσο μικρός είναι κι ανάξιος
να γεμίσει όλος την καρδιά σου
και φίλα με. και μίλα μου.

Entradas populares de este blog

κάππα

μέτρημα

Αλμπέρ Καμύ - Το καλοκαίρι