ημερολόγια βάρδιας #2

29/12/2014

εκείνο το βράδυ δεν ήθελα να κάνω τίποτε.
τίποτε απολύτως.
μια βαθιά επιθυμία μέσα μου
- το μοναδικό πράγμα που με όριζε τη νύχτα για την οποία σας μιλώ -
υποκινούσε τις πράξεις και τις κινήσεις μου.
ήθελα απλά να γεμίζω την μεγάλη κόκκινη κούπα με τσάι,
λίγο κονιάκ, μια κουταλιά ζάχαρη και λεμόνι.
να βλέπω ταινίες με πρωταγωνιστές άντρες που βρίσκουν τον χαμένο τους μεγάλο έρωτα
στην αποβάθρα του lisboa estacion oriente, ένα βήμα πριν επιβιβαστούν στο τρένο
και τελικά να μη φεύγουν απ' την πορτογαλική πρωτεύουσα ποτέ.
ή για κάποιο νέο που έφυγε για πρώτη φορά απ' τη γενέτειρα του στα 33 του.
να γυρέψει στην άλλη άκρη της χώρας μια γυναίκα.
μια γυναίκα που ούτε για μια στιγμή δεν τον πότισε αγάπη, ή σιγουριά.
αυτός όμως πακέταρε το σακίδιο του, έκοψε εισιτήριο και ένα ανώνυμο πρωί έφυγε για να τη ψάξει. ακόμη κι αν ήταν απλά να την κοιτά βαθιά μέσα στα μάτια
σαν εκείνη θα του λέει "άδικος ο κόπος σου και τα χιλιόμετρα. γύρνα εκεί που ανήκεις".
ή να άκουγα μουσικές. χωρίς λόγια. χωρίς στίχους.
να έφερνε η απουσία της ανθρώπινης λαλιάς εικόνες απ' τα αχανή γαλάζια λιβάδια των ωκεανών.
κάθε νότα, κάθε ήχος να εκρήγνειτο σαν ηφαίστειο που επιτέλους ξύπνησε.
μόνο που αντί για λάβα, γαλήνη και νανουρίσματα να γέμιζε ο αέρας.
εκείνο το βράδυ δεν ήθελα να κάνω τίποτα.
να κολλήσω ποθούσα το πρόσωπο μου στο παράθυρο.
να χαζεύω τα πορτοκαλί σκεπάσματα της άγουρης ακόμη νύχτας,
να σέρνονται αργά αργά πάνω απ' τις πλάτες των ανθρώπων.
πάνω απ' τους ουρανούς των αυτοκινήτων. πάνω απ' τις στέγες και τις κεραίες.
να μην έγραφα ποιήματα, ή κάποιο απόσπασμα απ' το μυθιστόρημα μου,
που μήνες τώρα ταλαιπωρώ και δε λέω να τελειώσω.
να μην έπαιρνα στα χέρια μου τα σημειωματάρια μου
και να μη χάιδευα τις αυλακιές που άφηναν τα ορνιθοσκαλίσματα μου πάνω στο χαρτί.
ο νους μου να έμενε εκεί. στο δωμάτιο.
χωρίς να φοβάμαι ότι ξαφνικά θα μ' αφήσει και θα αρχίσει να τρέχει
προς τα μέρη, τις στιγμές και τους ανθρώπους
που με οδήγησαν στο να γράψω τούτες τις ακαταλαβίστικες αράδες.
εκείνο το βράδυ ήθελα να αγαπήσω τη ζωή. τη ζωή μου.
μ' ένα τρόπο άλλο. πιο τρυφερό. πιο γλυκό.
να μη βαρυγκομώ ψάχνοντας κάποια μάχη ακόμη, ή μια καινούρια επανάσταση,
σαν επαγγελματίας σταυροφόρος.
να μη φορέσω τους χαλασμούς μου, ή τα παλιά μου κουρέλια.
εκείνο το βράδυ ήθελα να πάρω στα χέρια μου τα βιβλία που ακόμη δε διάβασα.
να τα αγγίξω και να τους δώσω όρκο ιερό πως κάποια στιγμή εγώ κι αυτά θα γίνουμε ένα.
σύντομα. άμεσα. έναν όρκο όμως σιωπηλό. συνομωτικό.
σα μυστικό κοινό μεταξύ μας. μακριά από φανφάρες και λόγια παραφουσκωμένα.
εκείνο το βράδυ ήθελα απλά να υπάρχω.
σαν οντότητα. άσπιλος. αψεγάδιαστος. χωρίς ρυτίδες. χωρίς αμυχές.
χωρίς φλέβες τυρρανισμένες. με την καρδιά μου ατόφια. μωρουδιακή.
με το ποινικό μου μητρώο καθαρό. άδειο. δίχως βαθύτατα πάθη. δίχως σημάδια.
δίχως σφοδρούς έρωτες στο παλμαρέ μου,
ή σπουδαία κατορθώματα, λέξεις, υποσχέσεις, σχέδια, ή όνειρα.
ήθελα αθόρυβα να καίγομαι απ' το τσάι που θα τρεχε μέσα μου.
κι έτσι καθώς η νύχτα όλο κι ερχότανε, όλο κι ερχότανε,
όλοι όσοι χαρακώνονται απ' τ' όνομα μου
κάθε φορά που από ανάγκη χρειάζεται να το προφέρουν
για μια νυχτιά μοναχά - για αυτήν που ώρα φλυαρώ
να με συγχωρέσουν.

Entradas populares de este blog

κάππα

μέτρημα

Αλμπέρ Καμύ - Το καλοκαίρι