βαρκελώνη, ώρα 17:14

υποθέτω ότι κάπου εδώ που η πόλη ξεθωριάζει, πίσω απ' την mercat de collblanc οι ντόπιοι ανασαίνουν καλύτερα. μέσα σ' αυτήν την αγορά την ολόγιομη μα κι έρημη, το αντιδημοφιλές όνειρο του καθενός ρεμβάζει προς τα βάθύτερα του l'hospitalet. γνησιότερο, μέχρι και των πιο καλοπαιγμένων ερμηνειών και ρόλων. super market χωρίς μεταφρασμένες ετικέτες, ήχοι από συρόμενα καροτσάκια, ένας επαίτης με την περίληψη της ζωής του γραμμένη σε κάποιο χαρτόνι, δυο γέροι που χαζεύουν ήρεμοι όση ζωή τους έχει απομείνει μέσα απ' το παιχνίδι και τις φωνές μερικών παιδιών στην τετράγωνη πλατεία. τα τελευταία σε λίγο θα σκορπίσουν, παίρνοντας το δρόμο για το σπίτι προς την carrer llobregat, τη riera blanca, ή πιο μακριά ακόμη προς την plaça espanyola. η εκκωφαντική απουσία των κλικς, των αυστηρών χρωματικών συνδιασμών, των λογότυπων, των τρομακτικών διαφημίσεων των τρομακτικών μεγεθών. πέρα απ' τα πεζοδρόμια που σηκώνουν στις πλάτες τους τα mcdonalds, τις μπουτικ και τα στρατευμένα βήματα χιλιάδων τουριστών η βαρκελώνη ξενυχτά, όπως πρόλαβε να τραγουδήσει μια αγαπημένη φωνή πριν εγκαταλείψει δια παντώς τούτον τον τρελόκοσμο.

καθιστός σ' ένα παγκάκι πετώ άκρες ψωμί σε κάτι καταλανικά περιστέρια. τις κατασπαράζουν με την ίδια λαιμαργία που διακρίνει κι αυτά της γειτονιάς μου. νιώθω στα μάγουλα μου τα χάδια απ' τα ξέφτια των εργατικών κατοικιών της πόλης. ακατέργαστα, χωρίς πεδρέρες, ιερές οικογένειες, αξιοθέατα κι εισβολείς. τα παιδιά τελικά φεύγουν. σα γυρίσουν θα έχω φύγει εγώ. στο δρόμο το βλέμμα μου τρεμοπαίζει πάνω στην μπάρα μιας μπυραρίας. κρέατα, σπαράγγια, εσώρουχα, μια φανέλα της μπαρσελόνα, απομίμηση κάποιας απομίμησης, παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο με μιαν ειρωνική φρανκική πειθαρχία, ενισχύουν το ασύνδετο σκηνικό. άστο μωρέ, λέω. ίσως αργότερα. με το σούρουπο. 

αριστερά της travessera de les corts το κτήνος κοιμάται. αύριο, μεθαύριο πάλι θα γεμίσει από βουβές φωνές και φλας. ας είναι. ο καθένας αρπάζει απ' αυτόν τον κόσμο ό,τι μπορεί. γιατί όχι κι η μπαρσελόνα; ατέλειωτο μωβ και λευκό. més que un negoci. απ' τα αριστερά του δρόμου με συνοδεύουν σενιέρες κι εστελάδες η καθεμιά της με την δική της άποψη επί του μεγάλου ζητήματος. να θυμηθώ να πάρω μία κι εγώ για το σπίτι, μιας και μ' έπιασε η προσταγή της εποχής. για το καλό της προσωπικής μου αξιοπρέπειας, αλλά κι αυτής του αγώνα, τελικά το ξεχνάω.

στο μετρό τα χρωματα πληθαίνουν. αν κοιτάξεις λίγο πιο προσεκτικά στο τέλος παραμένουν τα ίδια διαγράφοντας τον ίδιο αυστηρό κύκλο. μπλε, κίτρινο, γκρανά, μπλε, κίτρινο, γκρανά. μικρές ροζ και μωβ πινελιές ντροπής στο ενδιάμεσο. στην plaça de catalunya θα επιβιβαστούν κινέζοι. στην passeig de gracia θα αποβιβαστούν άγγλοι. κατεβαίνω στην fontana κι αρμενίζω νωχελικά τα στενά της gracia. οι διανοούμενοι μου κλείνουν το μάτι απ' τα μπαλκόνια. κρυμμένες πλατείες, σημαίες, μπυραρίες, καφέ. ένας χάρτης στη μέση του πουθενά. προς τη θάλασσα, η sagrada familia. απ' την άλλη το parc güell. στο καφέ sol πίνω μια voll-damm. φοιτητές δίπλα μου χαλούν τον κόσμο με τις φωνές τους. πλιατσικολογούν όση ηρεμία κατάφερα να διασώσω απ' τις μεγάλες μου βόλτες στη rambla, κατα μήκος της barceloneta, ή καθώς περίμενα σε κάποια στάση αστικών λεωφορείων πλησίον της p
laça d'espanya. τους χαζεύω με ζέση και φροντίδα. λες κι είναι να μη μου πάθουν τίποτα. ύστερα τους φαντάζομαι μεθυσμένους στον μύθο και τον αρμενιστή. πρώτα η ικαρία, μετά η βαρκελώνη, έπειτα μια moritz στο τελευταίο τραπέζι του mariachi, πριν την τουαλέτα. πώς τα φέρνει η ζωή λες και γελάς δυνατά να μη φανεί ότι χρεώθηκες τα κατηγορώ σου.

στο buenas migas πίνω ήσυχα, ήσυχα almogavers. ξεσκαρτάρω μέσω μιας γενικότερης σύνοψης τι θα κρατήσω μέσα μου και τι θα έχω κιόλας πετάξει πρν καν αυτές οι γραμμές τελειώσουν. η γοτθική συνοικία, το μουσείο του born, η ιστορία της santa maria del mar. η πελώρια αγκαλιά του μικροσκοπικού nil, ο eduardo, το σπίτι, ο αύγουστος. φαγητό στο poble nou, η βροχή, ο άνεμος το αλάτι στα χείλια κι η δροσιά στα σωθικά μου. συζητώ στο μισοάδειο 4gats με τις φωτογραφίες και τους πίνακες. ο ατμός του καφέ μου φιλτράρει τα λόγια μου κι έτσι πίνω χρώμα απ' τους τοίχους και τα πλακάκια. λέω πάντα τα λίγότερα και τα απολύτως απαραίτητα. μου αφηγούνται τις ένδοξες ημέρες του παρελθόντος όσο κρατώ τη στιγμή στην τσέπη μου. κάπου κάπου κάποιος θα μπει με μια εφημερίδα παραμάσχαλα και θα αρχίσει να διαβάζει πριν ακόμη παραγγείλει. κατά το απόγευμα θα κινήσω για ψηλότερα. για κάποιο ίσως καφέ με εκείνα τα υπέροχα βαρετά τραπέζια να τα πλαισιώνουν αυτές οι θλιβερές μα πάντα ελκυστικές άβολες καρέκλες. ένα ημερολόγιο στον τοίχο, ή κάποιο λαβαράκι μιας τοπικής ομάδας η μόνη διακόσμηση. στο sant andreu γίνομαι ένας απ' τους θεριστές αναζητώντας μάταια μια θέση στην επανάσταση. voll-damm, ξανά, στις versalles. πάντα υπάρχει χρόνος για αλκοόλ ως να ρθει ο θανατος νομίζω. ύστερα tapas, κινέζικο, κρασί.

αυτές οι μέρες είχαν κάτι από τίποτα και κάτι απ' όλα. έχω κατέβει απ' το m
ontjuïc πριν πάρω στα χέρια μου το boarding pass. πανηγύρισα τη νίκη στο clásico πριν διαλυθεί η πρώτη στάλα ιδρώτα στο χορτάρι του camp nou. έχω περπατήσει την avinguda d'icària χίλιες φορές πριν πάω με τον jos για μία caña που ποτέ δεν είναι μία. αγάπησα, κουράστηκα κι αγάπησα ξανά πριν το μεγάλο ναι. εξ' άλλου ξέρεις. τα εισιτήρια, μια τυχαία ανακάλυψη, ο δρόμος, το δώρο... αλήτεψα τις άσχημες μου μέρες στη rambla raval ως να βρω τη μεγάλη γάτα κι η ψυχή μου ηρεμήσει. τις άλλες, τις πιο ανώδυνες, σε κρατούσα συγκινημένη έξω απ' το T2 του prat, κι αφού ήταν έτσι κι αλλιώς να φύγουμε μαζί, δε θα μου λείψει τίποτε αν δεν έρθω ξανά.


ο eduardo, το σπίτι, ο αύγουστος...

Entradas populares de este blog

κάππα

μέτρημα

Αλμπέρ Καμύ - Το καλοκαίρι