πρώτη μαρτίου

οι ακτίνες του ήλιου εφορμούν στο δωμάτιο σαν αντάρτες της αγάπης. ξεχύνονται ανάμεσα στα κενά που κρεμάμε αποβραδίς στα μισοκατεβασμένα μας στόρια. ρουφάνε τον αέρα απ' τις μικρές μας ανάσες, ταμπουρώνονται πίσω απ' τα μαλλιά σου καλά καλά, τρυπώνουν στις εσοχές που αφήνουν τα παπλώματα πάνω από τα δυο μας σώματα. με τα βλέφαρα σου κλειστά κι ένα αδύναμο χαμόγελο που έτοιμο είναι να λαμπαδιάσει, ψάχνεις με τα δάχτυλα σου το πρόσωπο μου. πρώτα το μαξιλάρι, ύστερα τα μαλλιά μου, μετά το μέτωπο. ψηλαφίζεις τις άκρες μου. απ' τα μάτια, στη μύτη, στα χείλη, μέχρι κάτω στο λαιμό. ύστερα μ' ένα χάδι πάνω απ' το δεξί μου αυτί και πάλι απ' την αρχή. σε αισθάνομαι δίπλα μου να δέχεσαι ήρεμα την εισβολή του ήλιου στην κάμαρα. ήρεμα κι αδιαμαρτύρητα. μάλλον γιατί αυτό είναι και το μόνο πράγμα που θα αφήναμε να μπει ανάμεσα μας, αφού για ό,τι άλλο είμαστε ανένδοτοι. ποτέ, κανείς και τίποτα ψιθυρίζω πίσω απ' τα δόντια μου και σε θαυμάζω. που δε λύγισες ποτέ. που δεν έφυγες ποτέ, που δεν τα παράτησες. ποτέ. ήσουν εκεί. όταν έλειπα. ήσουν εκεί να με βοηθήσεις να χαράξω μονοπάτια προς κατευθύνσεις που δε χωρούσε ο βηματισμός μου, το εφικτό και το όνειρο. κι ούτε τότε δείλιασες, παρά ήσουν εκεί, αποκαλύπτοντας μου τις πιο κρυφές λεπτομέρειες και πληροφορίες του δρόμου. σπρώχνω το κεφάλι σου μ' ένα δυνατό φιλί. δε χρειάζομαι πολλή δύναμη, αλλά χρειάζομαι δυνατά φιλιά. ξεσκεπάζεις τα μάτια σου κι η καμπύλη στο στόμα σου βαθαίνει αβυσσαλέα κι απότομα. κλειδώνεις στην αγκαλιά μου σα να άλλαξες απλά γωνιά που κοιμάσαι. η αναπνοή σου στο ύψος της καρδιάς μου μοιάζει μ' έξτρα οξυγόνο. σα να θες να μ' αλαφρώσεις απ' την κούραση την εισπνοής και της εκπνοής. σα να θες να ζήσω όσο πιο πολύ αντέχω. διαγώνια της μύτης σου, κολλητά σχεδόν στο πρόσωπο σου και στο σημείο που μ' αρέσει, εκεί πάνω σου εύχομαι καλό μήνα. χθες γίναμε έξι μηνών. και τα υπέροχα σου μάτια να γυαλίζουν από ικανοποίηση και σιγουριά. και το δωμάτιο, το μικρό χωλ που οδηγεί στο σαλόνι, η κουζίνα, τα βιβλία κι οι αφίσες, γεμίζουν με άνθη. με κατακόκκινα φύλλα ενός λουλουδιού που ζητά το όνομα σου, να 'χει κάτι να κουβαλά φυλαχτό του. με αγκάθια που λύγισαν μπρος στην ανιδιοτέλεια σου και ανήμπορα για το οποιοδήποτε κακο, σιώπησανε. τα μάτια μας μπλέκονται σα δυο κορμιά που τα κρατά στη ζωή ο πόθος του ενός για το άλλο. και τινάζεις τα σκεπάσματα κι όλα από πάνω εκεί διαλύονται και αναμειγνύονται με σκόνη και μικροσωματίδια.

- πώς περνάει ο καιρός;
με ρωτάς, και τεντώνεσαι τόσο που γίνεσαι χιλιάδες απέραντοι πόντοι.

και μονο μια λέξη μου έχει σήμερα η φαρέτρα μου. μόνο ένα κόλπο έχω στην προσπάθεια να σε κάνω δική μου ξανά. σα να μην αισθάνομαι την σιγουριά της παρουσίας σου. σαν εθισμένος που του δωσες μια ρουφιξιά έρωτα κι έκτοτε έγινε ανάγκη. σου απαντώ σα να μην έχω τίποτα να χάσω όσο επιλέγεις το πλευρό μου για λιμάνι.

υπέροχα!
απαντώ και σηκώνομαι απ' το κρεββάτι.

Entradas populares de este blog

κάππα

280814

μέτρημα