Entradas

Mostrando entradas de julio, 2015

έντεκα

θλιβερή ή όχι
η ζωή πάντα μικρή θα είναι
ιδού μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να τη ξοδέψουμε όλη
τις μέρες, τις λέξεις, τα σ' αγαπώ, το μέλι που λιμνάζει μέσα μας
δε πα' να κυλήσουν όλες οι απογοητεύσεις του κόσμου στις φλέβες μου;
τον βαθύτερο σου πόθο θα τον κρατήσω ακμαιό και νέο για πάντα
την ανατολή σου γράφω γράμματα
το δειλινό βάζω σε μια ζυγαριά τα λόγια και τα έργα μου
περιμένοντας να δω τι θα γίνει
τελευταία,οι πράξεις μου ξεπερνούν σε ύψος τις λέξεις μου
καμιά όμως απ' αυτές δεν είναι δική μου
το μυρτώο πέλαγος λιώνει τους πάγους μέσα μου
κι η μυρτώ μου σε περιμένει να της δώσεις ζωή και θάλασσα
τη μουσική του παραδείσου
την γράφουν κύματα και διψασμένα τζιτζίκια
μια μέρα κοντινή θα διαβούμε πάλι τις αρτηρίες της επαρχίας
και το τραγούδι των ανεμογεννήτριων θα μας χαιδεύει απαλά το μέτωπο
πήγαινε με ξανά στα σιωπηρά οροπέδια
να ακούσω τον αχό των αστεριών πιο κοντά μου
θλιβερή ή όχι
η ζωή πάντα μικρή θα είναι
ιδού μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να σκορπίσω μέσα σου
σαν άνθος ανήλικο πο…

ποιήματα απ' την εργατική τάξη

τα ποιήματα της εργατικής τάξης αναπνέουν.
κάτω από μπλούζες μαύρες. από λογότυπα.
από ποδιές κι από ομοιόμορφες στολές εργασίας.
βρωμάνε.
βρωμάνε σιωπή, υπομονή, ψυχραιμία, υπομονή, σιώπή.
αληταριά που βολοδέρνουν στις εσοχές παρηκμασμένων οκτάωρων
πεθαίνουν με την ανάληψη βάρδιας
ανασταίνονται με το σχόλασμα
ξεδιψούν απ' τον ιδρώτα που διατρέχει το μέτωπο
εμπνέονται απ' τη δύναμη που γεννάται καθώς τα δόντια συγκρούονται σε ζευγάρια
κρύβονται σε σφιγμένες γροθιές
και σε παλάμες κουρασμένες, τραχειές.
με τους προισταμένους τους δεν κοιτιούνται στα μάτια
μνημονεύουν ταξίδια μακρινά στις αράδες τους
θρηνούν κάποιον φιλικό σπαραγμό
μελωποιούνται μόνα τους.
αστέρες αυτόφωτοι -ο φοίνικας κι η στάχτη του.
περιηγούνται ανέμελα και πεισμωμένα
σε λονδρέζικα εστιατόρια, παρισινές αποθήκες
μαδριλένικα καφέ και ελληνικές παραθαλάσσιες λάντζες
φλογεροί εραστές απωθημένων και καημών
μισούν βαθιά ό,τι αρνήθηκε να πονέσει
τα ποιήματα της εργατικής τάξης...
γραμμένα για τους είλωτες αυτής της…

τα ημερολόγια βάρδιας στο issuu.com

τα ημερολόγια βάρδιας αποτελούνται από δεκατρία (13) ποιήματα τα οποία γράφτηκαν από τις 25/12/14 μέχρι και τις 15/7/15. κοινός παρονομαστής τους; όλες οι σκέψεις, οι στίχοι, οι ιδέες, στην πρώτερη και ακατέργαστη τους μορφή τουλάχιστον, καταγράφησαν εν ώρα εργασίας, σε ένα μικρό γαλάζιο σημειωματάριο. με τους εκδοτικούς οίκους στη χώρα μας να κάνουν ό,τι μπορούν για να σε αποθαρρύνουν να κυνηγήσεις το όνειρο της έκδοσης μέσα απ' αυτούς (είναι πολλά τα λεφτά μάγκες), η μόνη εφικτή λύση προς δημοσίευση και διάδοση των ιδεών του καθενός φαίνεται να είναι τελικά, ο αχανής ωκεανός του internet και οι πλατφόρμες του. όλο το υλικό έχει ήδη αναρτηθεί στο παρόν blog. κάθε προσπάθεια διάδοσης είναι θεμιτή και καλοδεχούμενη.
καλή ανάγνωση, ξανά.

ημερολόγια βάρδιας

ημερολόγια βάρδιας #13

θέλω να υπάρξω
ως η απόλυτη ευδαιμονία ενός άτυχου
ως καταστροφή μη απευκταία
σα βροχή που ζητά να ξανάβρει ουρανό
σα δάκρυ πεισματάρικο, αξόδευτο
σαν καημός που κόβει την ανάσα
σαν απωθημένο κι ως μοναδική ερωτική ιστορία που δεν τελείωσε ποτέ
θέλω να ζήσω
σαν ποταμός που μίσει την επιστροφή, το γυρισμό
σαν άνεμος που δε γονάτισε ποτέ
και ως σπίθα που μπρος στο ημέρωμα
έβαλε μόνη φωτιά στο κορμί της
θέλω να σκορπίσω σ' αυτούς τους δρόμους
με την μορφή πάθους αγιάτρευτου
ολόγιομο από περηφάνεια
να σταθώ στα πόδια μου σαν πληγή
που, ή θα μείνει παντοτινά ανοιχτή, ή θα πεθάνει
σαν κενό κατάστιχο της Ιστορίας
με τον καιρό να μη ξερει τι να γράψει για το πέρασμα μου απ' τη ζωή
θέλω να υψωθώ
σαν ανεξίτηλο άχ
σαν βλέμμα που έσβησε κοιτώντας κατάματα το φως
σαν άρνηση που τα βρήκε με το θάνατο
θέλω να πιστώθει στην ύπαρξη μου
κάποιου το πιο υπέροχο κάτι
κι όλα αυτά θέλω να μην τα μάθω ποτέ

πριν από σένα

δεν μπορώ να μιμηθώ τη μελωδία της αγάπης σου
να περιγράψω το χρώμα του έρωτα σου
το μεγαλείο της ύπαρξης σου,
ή την τρυφερότητα που διατρέχει τα δάχτυλα σου
δεν μπορώ να σε κάνω θύμα των παρομοιώσεων
του σαν, ή του όπως τότε
δεν μπορώ να σε ομορφύνω με λέξεις θνητές
που ξέρουν τη γεύση της φθοράς
θα είναι λες και κάτι που σου μοιάζει
να υπήρξε στη ζωή μου πριν τον ερχομό σου
κι αυτό υπέροχη μου,
θα ήταν ψέμματα.

ημερολόγια βάρδιας #12

τα νέα δεν είναι ευοίωνα
απ' τα αδιέξοδα που μας κεντήσαν βαθιά στο στήθος δε μάθαμε τίποτα
μπορεί να μη θέλαμε
ίσως και να μη μπορούσαμε
οργώνουμε τα χωράφια μόνοι
σκάβουμε με τα δάχτυλα μας
λυσσομανούμε πάνω από μια ξεθωριασμένη ανεξιχνίαστη δολοφονία
η υπόθεση έχει μπει στο αρχείο
κι εμείς φαντασιωνόμαστε νέα στοιχεία
αν η πραγματικότητα κάποιων δε μας θέλει νικητές
εμείς δε θέλουμε καν να κατεβούμε στο γήπεδο
γίναμε χίλια κομμάτια
κι ας μη μας άξιζε, επιλέξαμε να θρυμματιστούμε χωρίς επιστροφή
τώρα καραδοκούμε έτοιμοι να σκορπίσουμε ξανά
οι αλώβητοι δρόμοι είναι κληρονομιά των υποταγμένων.
αυτά για απόψε
η άμπωτη παίρνει μαζί σακατεμένες μέρες που έχουν πια παρέλθει
δεν με πονάνε σου λέω
αλλά, το δίχως άλλο, δικαιούνταν κάτι καλύτερο
επιμένω στη διάλυση από επιλογή, όχι από αδυναμία
τα νέα δεν είναι ευοίωνα, όμως αυτά για απόψε

της φυγής

πολλή ζωή ξόδεψα στη φυγή
απ' το 'να cliché, στ' άλλο cliché
κι ολο έφευγα
λες και δεν υπήρχαν χέρια να μου φράξουν το δρόμο
λεύτερος, έλεγα
μα στο βάθος, σκλάβος ανώνυμος.
αλυσίδες λαξεμένες σ' αστραγάλους, σε καρπούς
φυλακές ραμμένες σε πλευρά, σε συκώτια
όταν, επιτέλους, καταφέρω ν' αποτάξω τις σκιές απ' τα σπλάχνα μου
θα είμαι κιόλας άχρηστος.
για κανένα μύχιο θηρίο ελκυστικός και βρώσιμος.
ο βυθός υψώνεται στα μάτια
η στεριά υποχωρεί στα βλέφαρα
πάσχισα να γλυτώσω απ' τους δαίμονες.
κανείς δε μ' ακολουθούσε
μόχθησα να ξεφύγω απ' τους εφιάλτες.
κι η ιδέα πως θα τα καταφέρω με τρόμαζε περισσότερο
κι όταν ακόμη δεν ήξερα τι ήθελα
γνώριζα τουλάχιστον τι έτρεμα πιο πολύ απ' όλα
τα ταξίδια δεν χαρτογράφησαν την ουτοπία
τα ποιήματα δε διδάξανε τίποτα
τα τραγούδια δε μίλησαν ποτέ
και το κρασί αρνήθηκε να βοηθήσει.
γέλασα με τα ανήμπορα δάκρυα της αγάπης των ανθρώπων
πόσο ντράπηκα να ξερες.
στην μεγαλύτερη μου απόδραση
πήγα όλο κι όλο απ' τη μια …

στην Α.

με τον έρωτα
ανέστησα κι αναστήθηκα
τσακίστηκα και τσάκισα
έσωσα, διαλύθηκα, σκόρπισα, γενήθηκα
οι τεχνοκράτες της ζωής
μπορούν να βάλουν τις εκτιμήσεις τους
εκεί που ξέρουν
κι ύστερα να περιμένουν βαριεστημένα
να πεθάνουν καθιστοί, από μούχλα και σιωπή
με τον έρωτα
βρήκα χώρο εκεί που δε κάρπιζε τίποτε
έδωσα ψυχή στο άψυχο
ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται
γεύτηκα ξανά την πρώτη μου αναπνοή
στον πιο στημένο αγώνα
έκανα το καλύτερο μου παιχνίδι
στον έρωτα κερδίζει πάντα ο άλλος
ακόμη κι όταν ο άλλος είσαι εσύ
πρέπει να αφήσεις τον έρωτα να σε καταπιεί
χρωματίζοντας τις πληγές σου με όξινα χρώματα, σκληρά
ίσως έτσι προλάβουμε να ζήσουμε ελαφρώς
γιατί, τι αξία έχουν οι μέρες
αν δε σε τυλίγουν οι νύχτες;

Αλμπέρ Καμύ - Το καλοκαίρι

«Μεγάλωσα στη θάλασσα και η φτώχεια ήταν για μένα χλιδή. Υστερα έχασα τη θάλασσα και όλη η πολυτέλεια τότε μου φάνηκε γκριζωπή, η μιζέρια αβάσταχτη. Κι από τότε περιμένω. Περιμένω τα πλοία του γυρισμού, το σπίτι των νερών, τη διάφανη μέρα».