30/12/2015 (ii)

ψαχουλεύω τα άφωτα ξέφτια των παλαιοπωλείων
τα κίτρινα φύλλα έχουν τις απαντήσεις
συν μια κρυφή ανείπωτη ακόμη ιστορία.
πίνω μπύρα σε μια επαρχιακή κρεπερί
άγνωστος, σ' ένα τόπο που όλοι γνωρίζονται με το μικρό τους όνομα.
τα μεγάλα φώτα με τυφλώνουν
η αγάπη τριγυρνά στις φτωχογειτονιές
όσο και να περιπλανήθηκα
όλες μου οι απαντήσεις βρίσκονται σ' ένα καφενείο
που στέκει στην ίδια μικρή πλατεία τριάντα χρόνια τώρα
και με τη μαρκίζα του παραδομένη στον καιρό.
σαν παραμύθι χωρίς όνομα που όλοι ξέρουν να διηγηθούν το τέλος του.
βοριάς με τύλιξε απ' τα δάση
κι ο ήλιος δε μας τα λέει καλά τελευταία
σ' αυτον τον άνεμο θα προτάξω τα χέρια μου να ζεσταθώ
μακριά απ' τις καμμένες ευχές των ανθρώπων
τα ίδια ψέμματα όπως και πέρσι, σε δυο μήνες θα έχουν κιόλας ξεχαστεί.
ξεδίψασα στα πόδια του θεού.
καμιά φορά και το να μπορείς να κοιτάς από μακριά χορταίνει τους καημούς.
με το κορμί στα αστικά, την καρδιά στα υπεραστικά
η μέρα μου χαράζει ρόζους, η νύχτα πορεία.
μια λεμονιά στην αυλή μαζεύει ίσκιο για τα καλοκαίρια που θα ρθούν
δυο παιδιά ανταλλάζουν χρώματα έξω απ' το σπίτι
ό,τι λαχταρώ μου δίνεται σε μικρές δόσεις ικανοποίησης.
θα ηθελα τα ράθυμα μεσημέρια
να είναι σαν κι εκείνη την αυγουστιάτικη νύχτα.
εγώ σ' αγάπησα με μια λίμνη υποβολέα να μου δίνει τις λέξεις
κι εσύ με κράτησες στα χέρια σου
ραγισμένο τέκνο του παραλόγου
κι ωκεανούς σκάρωνες
χώρο να βρούνε να τρέξουνε τα πιο όμορφα μου μπάρκα.

Entradas populares de este blog

κάππα

280814

μέτρημα