Entradas

Mostrando entradas de septiembre, 2016

αυτό που κάνει τον κόσμο ακόμη να γυρίζει

είναι,

οι γυναίκες
που τα μαλλιά τους πίσω πιάσανε
και με τα καινούρια τους φτερά
πετάξανε πάνω απ' τις μεγάλες θάλασσες

είναι,

οι άντρες
που κερδίσανε τους καλύτερους δυνατούς όρους ζωής
μέσα από τα βράδια που έχαναν τα πάντα

είναι,

τα παιδιά
που δε βλέπουν σύνορα στα χρώματα
ούτε χρώματα πέρα απ' τα σύνορα

οι ονειροπόλοι που κόβουν τις ρίζες τους
οι νύχτες που δε ξημερώνουν
τα φεγγάρια του Οκτώβρη
οι βροχές που καλωσορίζουν την πίστη

η αγωνία, η δίψα, η αδημονία
οι κλειστές υποθέσεις, οι ανοιχτοί λογαριασμοί
η επιμονή των αρνήσεων ως τη δικαίωση
η υπομονή της σπίθας ως τη πυρκαγιά

τα χαραγμένα για πάντα μέσα μας τραγούδια
οι φάλτσες φωνές που υποκλίνονται σβησμένες στους πόθους
τα χαρισμένα ποιήματα
οι μικρές γειτονιές

τα σακατεμένα όνειρα
που δε λένε να πεθάνουν
τα πείσματα, οι σιωπές, τα τρέμουλα

είναι η αδυναμία ενός κορμιού
[που, δεν,
μπορεί]
να συγκρατήσει την ορμή του ονείρου

δείτε, άνθρωποι
τι όμορφα
που, δεν,
μπορεί.

είναι,

η ανεξερεύνητη ομορφιά
που κάνει αυτόν τον …

κάπου χάθηκα

κάπου χάθηκα.
δε γνωρίζω περισσότερα
ποιο σταυροδρόμι ήταν, ή τι μέρα ξημέρωνε
θυμάμαι με σιγουριά, δίψα μ' είχε κυριεύσει
και μια στάλα νερό ήταν όλο κι όλο μου το πάθος
κι έπειτα πώς έγινε θαρρείς,
κάτι με παρέσυρε, μπερδεύτηκα...
πηγές ανεύρευτες βρέθηκα να κυνηγώ.
θέλησα κι εγώ το χώρο μου
μια γωνιά γης να ξαποσταίνω
να ηρεμώ και να χορταίνω τα καράβια που όλ' έρχονται και πάνε
κι ύστερα πώς έγινε θαρρείς,
κάτι με ξελόγιασε, μαγεύτηκα...
σε χάρτες μέσα πάσχισα να χωρέσω.
έχει αυτή η εποχή αλήθειες μιλιούνια
φτιαγμένες για όλους, στα μέτρα του καθενός,
μοτίβα που χωρούν κάθε λέξη, κάθε θύμηση.
κάπου παρασύρθηκα.
δε ξέρω ποια σειρήνα με κέρδισε
ποιο ψέμμα μ' αγκάλιασε, ή τι χρώμα ήταν το παραμύθι
ήθελα το μονοπάτι μου να τραβήξω
με τα μικρά και τα φτηνά του στολίδια σ' όλο του το μάκρος
κι ούτε ξέρω τι με πέταξε σ' αυτές τις λεωφόρους
και με γοήτευσαν τα φώτα κι οι θόρυβοι.
κάπου ερωτεύτηκα.
κι αν με ρωτήσεις να σου πω τι συνέβη
της ντροπής τη φρικτή σιωπή θα χε…

23082016

αγάπησα όλα τα χώματα
που επάνω τους πλάγιασα
αλλά μια χούφτα γης δική μου
δε φύλαξα ως σήμερα.
απ' τις θάλασσες
έχω να θυμάμαι την αυγινή τους ψύχρα
και το τραγούδι των κυμάτων
μια γουλιά νερό ωστόσο,
δεν πήρα για το υπόλοιπο της διαδρομής
κι από τα τόσα καταστρώματα που σεργιάνησα
δεν έκανα δική μου ούτε μια γωνιά,
ούτε έναν ήχο,
απ' αυτούς που μόνο καταμέσης του πελάγου ακούγονται
να έχω της μνήμης και της λησμονιάς καμάρι.
με τους καιρούς και με το αλάτι
η πίστη μου ξέβρασε κάθε τι κάκό
αποδέχτηκα την ανθρώπινη βλακεία, τη δειλία και την άγνοια
σαν τα πιο υπέροχα αναγκαία κακά του σύμπαντος
δέχτηκα τους γονατιστούς δίπλα μου
σαν αμόρφωτος υποστηρικτής της κανονικότητας
υποχώρησα φορές αμέτρητες
για να περάσει ο αφρός τους
τα βουερά και φλύαρα τους ανακατέματα
δεν ήξεραν οι δυστυχισμένοι
πως μόνο η απεραντοσύνη του βυθού κρατάει για πάντα

κυριακάτικη βόλτα

μήπως,
τίνος τ' όνειρο δεν έχει νυχιές και αίμα αναβλύζον;
ρώτα περαστικούς,
τι λεπίδες φαρμακώνουν τους παραδείσους τους
και θα ανοίξουν το βήμα τους βουβά
βιαστικοί τάχα μου, να σ ' αποφύγουν.
να μη ξεχνάμε όμως
είναι και οι βρώμικοι έρωτες δρόμος
είναι και ευθύνη
είναι και σταυρός στην πλάτη
μύνησε μου να σου τους μοιραστώ
ύστερα από κάποιο σχόλασμα, καθημερινής.
ή καθώς θα κοιτάμε τη βροχή
πίσω απ' τα τζάμια ενός καφέ
ένα μεσημέρι που ο ουρανός
δε θα έχει χώρο για χρώματα.
δεν μπορείς να ξεγελάσεις τους μόνιμους θαμώνες της ψυχής σου
τα ένστικτα,
τους οπλισμένους οργασμούς,
που παραφυλάνε με το δάχτυλο στη σκανδάλη
δεν μπορείς να φτάσεις στον τερματισμό
σαν σε κυριακάτικη βόλτα
αν δεν κλάψεις πάνω απ' τις καινούριες σου αποτυχίες
αν δεν ορκιστείς ανεπιτυχώς
στο όνομα μιας παντοτινής αγάπης
ή ενός άδειου ποτηριού λιγότερου
δεν θα πλατύνει το άνοιγμα των χεριών σου
αν δεν χαθείς στις λεωφόρους της περιφρόνησης
αν δεν κοιμηθείς στα παγκάκια της αναμονής
με μαξιλάρι ένα σάκο να απορροφά τα άγχη …

σχόλασμα

λεωφορεία και βαγόνια, πήχτρα στα βάσανα
φορτώνω και τα δικά μου εκεί,
τους εύζομαι καλό κατευόδιο
κρατάω τα ψιλά στην τσέπη μου
και
γυρίζω σπίτι με τα πόδια.
άλλες φορές,
σαν επιζών νυχτερινών δρομολογίων
μαθαίνω στάσεις και αποστάσεις απ' έξω
περιμένω, υπομένω, επιβιβάζομαι, σιωπώ.
κλείνω ασφυκτικά καημούς σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών
η ελευθερία μου ορίζεται από διακόπτες
ηλεκτρικούς πίνακες, θερμοσίφωνες και κλειδαριές
κάνω ό,τι χρειάζεται
αλλά δεν ξέρω αν χρειάζεται ό,τι κάνω.
καμιά βάρδια δεν είναι δύσκολη ως να αρχίσει η φωτιά μέσα σου να κρυώνει
η δευτέρα είναι άλλο ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο
έχω κάνει ειρήνη με τις χειρότερες μέρες
για να μ' αφήνουν τα όνειρα μου να κοιμάμαι τα βράδια
είπα όχι μόνο στις αρνήσεις
εμπιστεύθηκα τα δυό μου χέρια
κι ένα ένστικτο,
που σαν οδηγός,
χάρη μου κάνει και κατοικεί μέσα μου.
χαμένος χρόνος οι θεωρίες.
αναμεμειγμένος μ' αυτούς που θρηνούν την τύχη και τις συνθήκες
στη λάθος πλευρά των αξιών
κλείνω ασφυκτικά τη μοιρολατρεία …

18/08/16

πίσω στο san juan,
οι μουλάτες στο λιμάνι λαχταρούν ελπίδα
οι πόρνες ξέρουν πότε δένει το βραδινό πλοίο
η santa maria ψάχνει απεγνωσμένα στεριά
θέλαν οι φάροι αγκαλιές, οι βράχοι χάδια
κάποιος έγνεφε πως, αρκεί μια ηλιαχτίδα να δώσει πνοή ακόμα.
απέραντα, ευρύχωρα αμπάρια όσα δε μας χώρεσαν ποτέ.
τους πεισματάρηδες αποστάτες της κόλασης των διαμερισμάτων.
πίσω στην αθήνα,
κάτι επιμένει. τα κλάματα, λέει, δεν πηγαίνουν χαμένα
καυτές υγρές ανάσες γραπώνει ο αέρας
κι απ' τη λαγκάδα μέχρι την παραλία των καθεδρικών
φιλιώνει χαμένους έρωτες και τσακισμένες ψυχές
όλοι μαζί γύρω απ' τη φωτιά πλέκουν νανουρίσματα και γλύφουν φρέσκο αίμα.
πίσω στην αστροπαλιά,
τα βιολιά της γειτονιάς που συνθέτουν μελωδίες απ' ακτή σ' ακτή
αφήνουν στα μοναστήρια τις προσευχές των λοστρόμων.
λίγο πριν βγει ο ήλιος
οι τράτες καλαφατίζονται παράμερα της αποβάθρας
οι ψαράδες ξυπνούν
και στο τραπέζι περιμένει μια φτωχική κι ατόφια ζεστασιά
σα βουτιά μαγιάτικη στα σπλάχνα της αγίας κυριακής

παραλία

αποκόμματα εισιτηρίων, σκαριφήματα, ασημοποίκιλτα δίστιχα
περιπλανώνται ανάμεσα στο λίγο, στο μέτριο, το αρκούντως ικανοποιητικό
μια δυστυχισμένη μηχανή παραγωγής ονείρων οι αυγές μου
ένα αδηφάγο ορφανό που δε γνώρισε τη τρυφερότητα του κορρεσμού
όταν αποτυγχάνω να φέρω τον κόσμο στα μέτρα μου
μια τέχνη πουτάνα, καπριτσιόζα με ψηλώνει μέχρι το τέλος των ανέμων
κι ο juan λέει πως, ίσως ένας λατίνος
να είναι αυτό που χρόνια τώρα τρώει τις σάρκες μου

είναι κι επιστροφή ταξίδι, ξέρεις

τα γόνατα μου αναριγούν στο απαλό αεράκι, τρέμουν
κάτι γεννιέται στις αρτηρίες μου έτσι που με λιώνει ο καύσωνας
δεν περιμένω το αυγινό ψύχος για να πάρω τα πάνω μου.

έχω,
κρυμμένο στο παλτό μου ένα φύλλο αειθαλές για οδηγό
και μυστικά της νιότης, στου chavarria την πρώτη αράδα
ωριμάζω σαν τον le tellier στη στάση του τραμ
χορταίνω αρώματα μέσα απ' την bombilla του soriano

φανέλες ξέθωρες κολλά στα στέρνα η υγρασία του paraná
οι φυλές σμίγουν στο barrio de boca
οι ηγέτες το σκασαν. μόνος μου τώρα απόμεινα…